Ορισμός του"staking" στα Ελληνικά

Βρείτε την έννοια του staking στα Ελληνικά και σε εκατοντάδες άλλες γλώσσες παγκοσμίως

Περιεχόμενο που δημιουργήθηκε από AIΜόνο για αναφορά

Οι ορισμοί λέξεων παρέχονται από παρόχους AI (OpenAI, Claude, κ.λπ.) και είναι μόνο για αναφορά. Αυτό δεν είναι επίσημο λεξικό και μπορεί να περιέχει σφάλματα. Παρακαλώ συμβουλευτείτε έγκυρες λεξικογραφικές πηγές για τις πιο ακριβείς πληροφορίες.

staking

/ˈsteɪkɪŋ/
Ουσιαστικό

Ορισμοί

1

Ουσιαστικό

Στον χώρο των κρυπτονομισμάτων, η πράξη της δέσμευσης (κλειδώματος) κρυπτονομισμάτων σε ένα πορτοφόλι για την υποστήριξη των λειτουργιών ενός δικτύου blockchain (ιδίως αυτών που βασίζονται σε Proof-of-Stake) και την απόκτηση ανταμοιβών (π.χ. νέα νομίσματα ή τέλη συναλλαγών).
🔴Προχωρημένος
2

Ουσιαστικό

Η ενέργεια της στερέωσης ή υποστήριξης κάτι με πάσσαλο ή στύλο. Επίσης, η ενέργεια της διεκδίκησης ή του στοιχηματισμού ενός ποσού ή συμφέροντος.
🟡Μεσαίος
3

Ρήμα

Η μετοχική μορφή του ρήματος 'to stake', που σημαίνει τοποθετώ πάσσαλο, διεκδικώ ή στοιχηματίζω.
🟡Μεσαίος

Παραδείγματα

  • "Το staking κρυπτονομισμάτων μπορεί να προσφέρει παθητικό εισόδημα στους κατόχους."

    Η δέσμευση κρυπτονομισμάτων μπορεί να προσφέρει παθητικό εισόδημα στους κατόχους.

  • "Ο κηπουρός ασχολείται με το staking των νέων φυτών για να τα υποστηρίξει."

    Ο κηπουρός ασχολείται με το πασσάλωμα των νέων φυτών για να τα υποστηρίξει.

  • "Η εταιρεία είναι staking ένα μεγάλο ποσό κεφαλαίων σε αυτό το έργο."

    Η εταιρεία δεσμεύει ένα μεγάλο ποσό κεφαλαίων σε αυτό το έργο.

Συνώνυμα

Ετυμολογία

Η λέξη "staking" προέρχεται από την αγγλική λέξη "stake" (αρχαία αγγλική staca), που αρχικά σήμαινε πάσσαλος ή στύλος. Αργότερα η έννοια επεκτάθηκε σε μερίδιο ή συμφέρον, ιδίως σε ένα εγχείρημα ή στοίχημα. Η σύγχρονη χρήση της στον χώρο των κρυπτονομισμάτων είναι μια επέκταση αυτής της τελευταίας έννοιας, όπου οι χρήστες "δεσμεύουν" τα νομίσματά τους σαν να τα "στοιχηματίζουν" για την ασφάλεια του δικτύου.

Πολιτιστικές σημειώσεις

Στην Ελλάδα, ο όρος "staking" έχει γίνει ευρέως γνωστός κυρίως μέσω της χρήσης του στον χώρο των κρυπτονομισμάτων, όπου αναφέρεται στη δέσμευση ψηφιακών περιουσιακών στοιχείων για την υποστήριξη ενός δικτύου blockchain. Συχνά χρησιμοποιείται αυτούσιος (ως δάνειο) ή μεταφράζεται με όρους όπως "δέσμευση" ή "τοποθέτηση" κρυπτονομισμάτων. Ωστόσο, η ρίζα της λέξης "stake" (πάσσαλος, μερίδιο, στοίχημα) και οι παράγωγές της έχουν και παραδοσιακές χρήσεις στην ελληνική γλώσσα, όπως "πασσαλώνω" (στερεώνω με πάσσαλο) ή "έχω μερίδιο/συμφέρον" σε κάτι.

Βοηθός AI

Συζήτηση λέξης: "staking"
Πατήστε Enter για αποστολή, Shift+Enter για νέα γραμμή