Ορισμός του"staking" στα Ελληνικά
Βρείτε την έννοια του staking στα Ελληνικά και σε εκατοντάδες άλλες γλώσσες παγκοσμίως
Περιεχόμενο που δημιουργήθηκε από AI • Μόνο για αναφορά
Οι ορισμοί λέξεων παρέχονται από παρόχους AI (OpenAI, Claude, κ.λπ.) και είναι μόνο για αναφορά. Αυτό δεν είναι επίσημο λεξικό και μπορεί να περιέχει σφάλματα. Παρακαλώ συμβουλευτείτε έγκυρες λεξικογραφικές πηγές για τις πιο ακριβείς πληροφορίες.
staking
Ορισμοί
Ουσιαστικό
Ουσιαστικό
Ρήμα
Παραδείγματα
"Το staking κρυπτονομισμάτων μπορεί να προσφέρει παθητικό εισόδημα στους κατόχους."
Η δέσμευση κρυπτονομισμάτων μπορεί να προσφέρει παθητικό εισόδημα στους κατόχους.
"Ο κηπουρός ασχολείται με το staking των νέων φυτών για να τα υποστηρίξει."
Ο κηπουρός ασχολείται με το πασσάλωμα των νέων φυτών για να τα υποστηρίξει.
"Η εταιρεία είναι staking ένα μεγάλο ποσό κεφαλαίων σε αυτό το έργο."
Η εταιρεία δεσμεύει ένα μεγάλο ποσό κεφαλαίων σε αυτό το έργο.
Συνώνυμα
Ετυμολογία
Η λέξη "staking" προέρχεται από την αγγλική λέξη "stake" (αρχαία αγγλική staca), που αρχικά σήμαινε πάσσαλος ή στύλος. Αργότερα η έννοια επεκτάθηκε σε μερίδιο ή συμφέρον, ιδίως σε ένα εγχείρημα ή στοίχημα. Η σύγχρονη χρήση της στον χώρο των κρυπτονομισμάτων είναι μια επέκταση αυτής της τελευταίας έννοιας, όπου οι χρήστες "δεσμεύουν" τα νομίσματά τους σαν να τα "στοιχηματίζουν" για την ασφάλεια του δικτύου.
Πολιτιστικές σημειώσεις
Στην Ελλάδα, ο όρος "staking" έχει γίνει ευρέως γνωστός κυρίως μέσω της χρήσης του στον χώρο των κρυπτονομισμάτων, όπου αναφέρεται στη δέσμευση ψηφιακών περιουσιακών στοιχείων για την υποστήριξη ενός δικτύου blockchain. Συχνά χρησιμοποιείται αυτούσιος (ως δάνειο) ή μεταφράζεται με όρους όπως "δέσμευση" ή "τοποθέτηση" κρυπτονομισμάτων. Ωστόσο, η ρίζα της λέξης "stake" (πάσσαλος, μερίδιο, στοίχημα) και οι παράγωγές της έχουν και παραδοσιακές χρήσεις στην ελληνική γλώσσα, όπως "πασσαλώνω" (στερεώνω με πάσσαλο) ή "έχω μερίδιο/συμφέρον" σε κάτι.